Κι όμως η Μεγάλη Παρασκευή έχει τα δικά της «κάλαντα»
«Σήμερα μαύρος ουρανός» λέει το παραδοσιακό τραγούδι που ακούγεται σε όλες τις γειτονιές της Ελλάδας πριν την κορύφωση του θείου Δράματος.
Τα «Κάλαντα της Μεγάλης Παρασκευής» αποτελούν ένα από τα πιο ιδιαίτερα έθιμα της ελληνικής λαϊκής παράδοσης, συνδεδεμένα με τη Μεγάλη Εβδομάδα και την κορύφωση του Θείου Δράματος.
Σε αντίθεση με τα Χριστουγεννιάτικα ή Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα, που είναι εύθυμα, το Μοιρολόι της Παναγίας όπως είναι γνωστό, ή αλλιώς «Σήμερα μαύρος ουρανός» έχει θρησκευτικό, πένθιμο και προσευχητικό χαρακτήρα. Οι στίχοι εστιάζουν στη στιγμή που ο Χριστός συλλαμβάνεται από τους Εβραίους και οδηγείται στον Σταυρό, με την μητέρα του, την Παναγία, να θρηνεί και να προσεύχεται για Εκείνον.
Παραδοσιακά, σε πολλές περιοχές το τραγούδι ξεκινά να ακούγεται μόλις τελειώσει ο Όρθρος της Αγίας και Μεγάλης Παρασκευής (το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης), μετά τη Σταύρωση όπου οι ενορίτες κλείνονται στις εκκλησίες και ετοιμάζουν τον Επιτάφιο τον οποίο στολίζουν με λουλούδια. Ψάλλεται καθ΄όλη την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής υπενθυμίζοντας το Θείο Δράμα.
Σε άλλα μέρη της Ελλάδας, αν και σήμερα το έθιμο τείνει να εκλείψει, από το απόγευμα της Μεγάλης Πέμπτης και όλη τη Μεγάλη Παρασκευή πριν την περιφορά του Επιταφίου, κορίτσια και αγόρια επισκέπτονται τα σπίτια σε κάθε γειτονιά κρατώντας στολισμένους σταυρούς ή στεφάνια και το τραγουδούν. Αντίθετα με τα χρήματα που λαμβάνουν στα κάλαντα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, δέχονται βαμμένα κόκκινα αυγά και κουλούρια.
Η μελωδία είναι αργή θυμίζοντας ψαλμωδία, και το ύφος προκαλεί συγκίνηση και κατάνυξη.
Μια από τις πιο γνωστές παραδοσιακές εκδοχές των στίχων είναι η εξής:
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται,
σήμερα το' βαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κι’ οι τρεισκαταραμένοι
για να σταυρώσουν το Χριστό, τον Πάντα Βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
να λάβει δείπνον μυστικόν για να τον λάβουν όλοι.
Κι’ η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
την προσευχή της έκανε για το μονογενή της.
Φωνή τους ήρθ’ εξ Ουρανού απ’ Αρχαγγέλου στόμα:
-Σώνουν κυρά μου οι προσευχές, σώνουν κι’ οι μετάνοιες,
το γυιό σου τον επιάσανε και στο φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τον τυραγνάνε.
Κι’ η Παναγιά σαν τάκουσε έπεσε και λιγώθη,
σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο
για να της ερθ’ ο λογισμός, για να της έρθει ο νους της.
Κι’ όταν της ηρθ’ ο λογισμός, κι’ όταν της ηρθ’ ο νους της,
ζητά μαχαίρι να σφαγεί, ζητά φωτιά να πέσει,
ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.
-Μην σφάζεσαι, Μανούλα μου, δεν σφάζονται οι μανάδες
Μην καίγεσαι, Μανούλα μου, δεν καίγονται οι μανάδες.
Λάβε, κυρά μ’ υπομονή, λάβε, κύρά μ’ ανέση.
-Και πώς να λάβω υπομονή και πώς να λάβω ανέση,
που έχω γυιο μονογενή και κείνον Σταυρωμένον.
Κι’ η Μάρθα κι’ η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβου η αδερφή, κι’ οι τέσσερες αντάμα,
επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και το στρατί τους έβγαλε μες του ληστή την πόρτα.
Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.
Κι’ η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,
τηράει δεξιώτερα βλέπει τον Αϊγιάννη,
Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γυιου μου,
μην είδες τον υγιόκα μου και τον διδάσκαλόν σου;
-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χεροπάλαμα για να σου τόνε δείξω.
Βλέπεις Εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο,
οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,
οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;
Αυτός είναι ο γυιόκας σου και με ο δάσκαλός μου!
Χαλκιά-χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.
Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτάχνει πέντε.
-Συ Φαραέ, που τά ‘φτιασες πρέπει να μας διδάξεις.
-Βάλε τα δυο στα χέρια του και τ’ άλλα δυο στα πόδια,
το πέμπτο το φαρμακερό βάλε το στην καρδιά του,
να στάξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.
Κι’ η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον αγκαλιάζει.
-Δε μου μιλάς παιδάκι μου, δε μου μιλάς παιδί μου;
-Τι να σου πω, Μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις
μόνο το μέγα-Σάββατο κατά το μεσονύχτι,
που θα λαλήσει ο πετεινός και σημάνουν οι καμπάνες,
τότε και συ, Μανούλα μου, θάχεις χαρά μεγάλη!
Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα Ουράνια,
σημαίνει κι’ η Άγια Σοφία με τις πολλές καμπάνες.
Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι’ όποιος το λέει αγιάζει,
κι’ όποιος το καλοφουγκραστεί Παράδεισο θα λάβει,
Παράδεισο και λίβανο απ’ τον Άγιο Τάφο